Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Δεν κρυβόμαστε από τον Πνευματικό μας

εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Μάϊος 2016, αρ.φ. 178)
Δεν κρυβόμαστε από τον Πνευματικό μας
(Απομαγνητοφωνημένο κείμενο)
Σχέση ειλικρίνειας
        Μας αφορά όλους σχεδόν αυτό που θα πω, θα έπρεπε νομίζω να προσέχουμε πως συμπεριφερόμαστε απέναντι στον Πνευματικό μας. Γιατί η σχέση που πρέπει να μας διακατέχει, είναι η σχέση ειλικρίνειας. Να μιλάμε την ίδια γλώσσα της αλήθειας μεταξύ μας. Να μπορώ κι εγώ ως πνευματικός, βλέποντάς σας στα μάτια, να λέω όπως είπε ο Κύριος για τον Ναθαναήλ, να ένας γνήσιος "Ισραηλίτης", αγνός. Παιδιά μου, απέναντί μου να είστε αγνοί, μην είστε πονηροί. Όχι άλλα να μου παρουσιάζετε και άλλα να σκέφτεστε και να βιώνετε.
        Είναι ένα λεπτό θέμα αυτό βέβαια που άπτεται της πονηρίας που έχουμε μέσα μας, να μη μπορούμε να ξεκαθαρίσουμε τι αισθανόμαστε προς τον πνευματικό μας. Να μη μπορούμε να αντιληφθούμε τι είναι ο πνευματικός μας για τη ζωή μας και πως είμαστε εμείς απέναντί του. Να γνωρίζετε πως αυτή η σχέση με τον πνευματικό, υπερβαίνει θέματα ηλικίας, μόρφωσης, κοινωνικής θέσης, δεν έχει να κάνει με αυτά. Δηλαδή στην ουσία ζητώ ποιότητα στη σχέση μας. Αυτό όπως σας είπα και άλλοτε, δεν βοηθά μόνο εσάς, βοηθάει και τον πνευματικό.
        Από την εμπειρία μου θα σας πω ότι αυτό που φρόντισα σε όλη μου την πνευματική σταδιοδρομία μέχρι τώρα, είναι να είμαι απέναντι στον Γέροντά μου ευθύς, ειλικρινής, αληθινός. Δεν του κρύφτηκα ποτέ. Δεν σκεφτόμουν άλλα και έκανα άλλα, ήμουν ευθύς. Αυτό που αισθανόμουν γι’ αυτόν, οτιδήποτε, του το έλεγα. Όχι μόνο τα καλά, αλλά κυρίως τα κακά, αυτά που είχα μέσα μου και με έβαζε ο διάβολος. Γιατί πρέπει να καταλάβεις ότι αυτό είναι διάβολος, αλλά μέχρι να το καταλάβεις, αν δεν εκφράζεσαι στον πνευματικό, σε πείθει ο διάβολος ότι δεν είναι αυτός και ότι έχεις δίκιο και πληγώνεσαι από τον πνευματικό και μετά απέχεις από αυτόν. Ο διάβολος πονάει από την σχέση που έχουμε με τον πνευματικό και θέλει να τη διαλύσει.
Όχι σαβουάρ βιβρ
        Λοιπόν, με τον πνευματικό δεν χρειάζεται τάκτ, δεν χρειάζονται ευγένειες, «καθώς πρέπει», σαβουάρ βιβρ. Δεν χρειάζονται τέτοια παρά μόνο να είσαι ευθύς, απλός, ειλικρινής και να μιλάς τη γλώσσα της αλήθειας μαζί του. Να πεις έλα δω πάτερ, κάτσε εδώ, έχω αυτό κι αυτό κι αυτό. Έχω αυτό το παράπονο, έχω αυτούς τους λογισμούς, με πείραξε αυτό.
        Εμείς πάμε και κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας, να μην ενοχλήσουμε τον πνευματικό, να μη τον στεναχωρήσουμε. Δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα από αυτό. «Δε μιλάω στον πνευματικό να μη τον στεναχωρήσω». Πρώτα πρώτα με αυτό που κάνεις υποτιμάς τον πνευματικό σου και αδικείς τη σχέση σου μαζί του. Δηλαδή, δεν είναι σε θέση ο πνευματικός να αντέξει το λογισμό σου, να στον τακτοποιήσει, να το συζητήσεις ειλικρινά και να σου απαντήσει κι αυτός; Τι κρύβεσαι; Έχεις σκέψεις εναντίον του, έχεις λογισμούς δηλαδή; (Λογισμούς λέμε στο χώρο μας αυτές τις σκέψεις). Να του πεις "έλα δω πνευματικέ μου, προβληματίζομαι από αυτό που έκανες, που είπες, που δεν μου ευλόγησες". Ότι έχεις μέσα σου, τα πάντα!
Ποιοτική σχέση
        Αγαπητά μου παιδιά, να ξέρετε ότι δεν θα μπορέσετε ποτέ να απολαύσετε μία πραγματική σχέση με τον πνευματικό σας (στην προκειμένη περίπτωση με μένα), όσο κρύβεστε και δεν είστε ειλικρινείς στη συμπεριφορά σας. Μη νομίζετε ότι δεν καταλαβαίνω, γιατί με το που θα σας δω τους πιο πολλούς, τους καταλαβαίνω. Προσπαθείτε να μου κρυφτείτε, προσπαθείτε να μου παρουσιάσετε έναν άλλον άνθρωπο. Αλλά ουσιαστικά δεν έχετε κάτι να μου πείτε. Σας ξέρω και περιμένω από τον καθένα από εσάς να λειτουργήσει με απόλυτη ειλικρίνεια απέναντί μου.
 Είδατε, δεν χρειάζεται να πω παραδείγματα. Ο καθένας από εμάς ξέρει ποιές είναι οι ψευτιές με τις οποίες περπατάμε στον πνευματικό δρόμο. Εμένα μου τη δίνει η ευγένεια γιατί η ευγένεια κρύβει πράγματα. Έρχεστε να μου μιλήσετε με έναν τρόπο που δείχνει ότι δεν με έχετε καταλάβει, ότι δεν με θεωρείτε φίλο σας.
        Αναρωτιέστε κάποιοι μήπως δεν έχετε καταλάβει ποιά πρέπει να είναι η σχέση σας μαζί μου. Κάποιοι πάλι μου ζητάτε αν κάτι διακρίνω κατά την εξομολόγηση, να σας βοηθάω, δηλαδή να το βγάζω στην εξομολόγηση. Στην εξομολόγηση δεν μπορείς να πεις πράγματα τα οποία ο άλλος δεν τα αντιλαμβάνεται, δεν τα σηκώνει. Πρέπει κι εκεί μία διπλωματία να χρησιμοποιήσεις.
        Και όλα αυτά, δεν είναι θέμα αμαρτίας, είναι θέμα ποιότητας στη σχέση. Υπερβαίνει το θέμα της εξομολόγησης, υπερβαίνει την τυπική σχέση και πάμε στο πιο ουσιαστικό, στο πιο πέρα από αυτό. Τελικά νομίζω πως το θέμα είναι, το πόσο ο καθένας από μας ενδιαφέρεται για την ψυχή του.
        Προσωπικά τουλάχιστον από την πλευρά μου, όταν θα πάω στον πνευματικό, στον Γέροντά μου, δεν πηγαίνω μόνο να του πω τις αμαρτίες. Αλλά με την ανάγκη που έχω για την πνευματική πρόοδο, πάω εκεί να τον ρωτήσω τι βλέπει σε μένα, να τον βοηθήσω κι αυτόν να μου εκφραστεί, τι βλέπει ώστε να με βοηθήσει πάνω στα χάλια που έχω. Γιατί αλλιώς ποιός θα ασχοληθεί με σένα; Είναι πολύ σημαντικό να το καταλάβει αυτό ο καθένας. Αλλά άντε να το καταλάβουμε, το ερώτημα είναι το θέλουμε κιόλας; Θέλουμε τον Γέροντα να ανακατευτεί τόσο στη πνευματική ζωή μας;
Εμπειρία αγίου
        Είναι ενδεικτική και  συγκλονιστική συγχρόνως η αφήγηση ενός νέου, που, υπερνικώντας τους αρχικούς δισταγμούς προσήλθε για πρώτη φορά στο Ιερό Μυστήριο. Παραθέτω αυτούσια τα λόγια του. (Από το βιβλίο «ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ» του Πρωτοπρ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΥ):
        «Επί τέλους η ευλογημένη ώρα ήλθε. Παρά τις πολλές μου αντιρρήσεις βρίσκομαι μπροστά στον πνευματικό. Δεν ξέρω πως νιώθω. Οπωσδήποτε αμήχανα. Ένας κρύος ιδρώτας περιλούζει ολόκληρο το σώμα μου. Είπα να ζητήσω συγγνώμη και να φύγω. Σκέφτηκα όμως πως για να φθάσω εδώ έκανα μεγάλη προσπάθεια Δε θα γίνει του Σατανά, είπα.
        Ο πνευματικός είδε την αμηχανία μου. Κατάλαβε. Μην ανησυχείς, παιδί μου, μου είπε. Εδώ που ήλθες θα ανακουφισθείς. Το φορτίο σου θα ελαφρώσει. Να θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχή γι’ αυτή σου την απόφαση. Θα το διαπιστώσεις, άλλωστε, γι’ αυτό δε χρειάζεται να χρονοτριβούμε.
        Πήρα θάρρος. Η μορφή του με ενέπνεε. Χωρίς να το καταλάβω δέθηκα μαζί του. Νόμισα προς στιγμή ότι γνωριζόμαστε χρόνια. Τον ενίωσα πιο κοντά από κάθε άλλο γνωστό και φίλο μου. Απ’ εκείνη τη στιγμή έγινε ο πατέρας μου. Τώρα, είπα, μπορώ να μιλήσω ελεύθερα Η γλώσσα μου λύθηκε. Πήρα θάρρος. Πατέρα μου, είπα, πολύ καιρό ζητούσα αυτή τη στιγμή. Ο Θεός μου τη χάρισε.
        Μιλήστε μου. Πέστε μου για το μυστήριο που λυτρώνει. Πέστε μου αν ο Θεός μπορεί να συγχωρήσει και τα δικά μου αμαρτήματα Διαβεβαιώστε με ότι στο χώρο της Αγίας μας Εκκλησίας υπάρχει μία γωνιά και για μένα. Θέλω να λυτρωθώ. Βοηθήστε με. Θα κάνω αυτό που θα μου πείτε.
        Ο πνευματικός κατάλαβε. Είχε μπροστά του ένα νέο άνθρωπο με πλήρη συναίσθηση. Μία ψυχή που ζητούσε τη λύτρωση. Ένα πρόβατο απολωλός.
        Απολωλώς είναι ο κάθε ανθρωπος που ζει μακριά από τη Χάρη του Θεού. Είχε όμως κοντά του έναν άνθρωπο με πλήρη επίγνωση. Ήξερε τι έκανε και τι ήθελε. Δεν ήταν αυτά συγκινήσεις της στιγμής. Είχε την απόφαση να προσεγγίσει τον πνευματικό. Και τώρα ήρθε η ώρα της χάριτος. Μία ώρα που την εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο.
        Και μετά απ’ αυτά ο πνευματικός αρχισε να ομιλεί. Μίλησε στη μετανιωμένη ψυχή για την αγάπη του Θεού. Είπε για τη χαρά του ουρανού κατά τη σημερινή αυτή ήμερα.«Χαρά έσται εν τω ουρανώ επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. 15, 7). Υπενθύμισε ότι ο Θεός συγχώρεσε το ληστή, την πόρνη, τον τελώνη, τον αρνητή μαθητή του. Είπε πολλά.
        Και η μετανιωμένη ψυχή μου άκουγε. Δε μιλούσε. Άκουγε από τον πνευματικό ότι ο Θεός είναι οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος και αληθινός (Ψαλμ 102) και ότι η αγκαλιά του Θεού είναι ανοικτή και περιμένει. Άκουγε σιωπηλά χύνοντας δάκρυα, πολλά δάκρυα.
        Κατόπιν άρχισα συγκλονισμένος να εξαγορεύω τις αμαρτίες μου. Ήταν η σειρά του πνευματικού να ακούσει προσεκτικά. Τα λόγια πνίγονταν από τα δάκρυα. Τα δάκρυα της συντριβής. Τα δάκρυα της μετανοίας.
..........
        Τα πολύτιμα δάκρυα που χύνεις είναι αυτά που θέλει ο Θεός. Όχι μόνο από σένα, αλλά και από μένα και από κάθε αμαρτωλό. Και, αφού διάβασε τη συγχωρητική ευχή, έφυγα, αφήνοντας στο εξομολογητάρι του πνευματικού τον «παλαιόν άνθρωπον» (Εφεσ. 4, 22).
        Και ο πνευματικός συνέχισε το ιερό του έργο. Δε λησμόνησε όμως να βάλει μόνιμα στο κομβοσχοίνι του τη μετανιωμένη ψυχή που ο Θεός του εμπιστεύθηκε».