Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Η Ευχή και ο Πνευματικός

εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Φεβρουάριος 2016, αρ.φ. 175)
Η Ευχή και ο Πνευματικός
Αγαπητά μου παιδιά, μην αδιαφορείτε για τα πνευματικά σας, μη ζείτε σαν φτωχοί συγγενείς ενός πλούσιου Θεού. Ο Θεός είναι πολύ πλούσιος και δίνει τα πάντα. Κάνετε εσείς το κυνήγι της Χάριτος, κυνηγήστε τον Χριστό με όλη σας τη διάθεση, ασχοληθείτε με την ευχή και ο Θεός θα δώσει. Να τη λέτε την ευχή με το στόμα, με το νου, με τα χείλη, με την καρδιά, με ότι δύνασθε. Να τη λέτε την ευχή ειδικά όταν βρίσκεστε στο ναό, είναι καλό.
Να χρησιμοποιείτε την αναπνοή για να λέτε την ευχή και όταν θέλετε να προσευχηθείτε στο σπίτι σας. Πως γίνεται αυτό; Καθίστε, πάρτε το κομποσκοίνι σας και να λέτε με την εισπνοή το «Κύριε Ιησού Χριστέ» με την εκπνοή το «ελέησον με», με ήρεμες, αργές κινήσεις. Να έχετε χρόνο για να αφιερώσετε στην ευχή, να έχετε χρόνο για να μπείτε στην καρδιά σας σιγά – σιγά. Να έχετε το μυαλό σας στις λέξεις της ευχής και να μιλάτε με τον Χριστό.
Ασχοληθείτε με αυτή την πνευματική εργασία και θα σας δώσει ο Θεός κάτι να αισθανθείτε. Και γι’ αυτά που θα αισθανθείτε να ενημερώνετε τον πνευματικό σας για να σας συμβουλεύει, αν είναι κατά Θεόν, αν μπορείτε κάτι ακόμα να κάνετε, αν πρέπει να προσθέσετε ή να αφαιρέσετε κάτι. Έτσι γίνεται η δουλειά η πνευματική.
Δόξα τω Θεώ, κάποια πνευματικά μου παιδιά με τα οποία έχουμε αλληλογραφία καθημερινά, μου γράφουν τις κινήσεις τις ψυχικές, τις πνευματικές. Μου γράφουν κι εγώ τους απαντώ είτε δια ζώσης, είτε τηλεφωνικά, είτε μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για αυτά τα θέματα.
Αυτά τα πνευματικά μου παιδιά θα έλεγα ότι με ενδιαφέρουν πολύ. Όπως ακριβώς ένας δάσκαλος όταν βλέπει κάποιους μαθητές του να έχουν ενδιαφέρον και το δείχνουν, να διαβάζουν και για το επόμενο μάθημα, να έχουν ερωτήματα, ενδιαφέρεται περισσότερο για αυτούς τους μαθητές. Ενώ για κάποιον που είναι αδιάφορος δεν μπορώ να κάνω και πάρα πολλά πράγματα. Πονά η καρδιά μου και γι’ αυτόν αλλά αν υπάρχει αδιαφορία δεν μπορώ να κάνω πολλά. Βλέποντας όμως κάποιον που έχει ενδιαφέρον για την πνευματική του πρόοδο, αυτό με εξιτάρει, μου αρέσει, με ευχαριστεί, χαίρομαι γι’ αυτόν. Όπως και ο δικός μου γέροντας, ο π. Αγάθων, χαιρόταν για μένα όταν τον κυνηγούσα. Θυσίασε ο γέροντας πολύ χρόνο και εκοπίασε πολύ για μένα. Προσοχή όμως, να ξέρετε γιατί κυνηγάτε τον γέροντα, να ξέρετε τι να του πείτε, όχι για επιπόλαια πράγματα.
Χαίρομαι λοιπόν για αυτά τα παιδιά, είτε μεγάλους είτε μικρότερους που ενδιαφέρονται για τα πνευματικά. Όμως μεταξύ των πνευματικών μου παιδιών, είναι και ένα μεγάλο ποσοστό, το οποίο δεν έχει ακριβώς βρει τι να τους ενδιαφέρει. Δεν ξέρετε παιδιά μου τι να σας ενδιαφέρει, δεν ξέρετε ποιά είναι η πίστη μας. Δεν ξέρετε πως να ζητήσετε την πίστη, να αυξηθεί η πίστη μέσα στην καρδιά σας. Απογοητεύεστε λοιπόν από την ανέχειά σας. Μας διακρίνει έτσι η ανέχεια.
Καθώς πέρασαν πια τα Χριστούγεννα, μου ζητήσατε πολλοί από εσάς να μιλήσω για τη μεγάλη Δεσποτική Εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Προβληματιζόμουν γιατί πραγματικά, τι σημασία έχει να περνούν ξανά και ξανά Χριστούγεννα συμβατικά; Τι σημασία αν τα κάνουμε όλα, πηγαίνουμε στην εκκλησία, μεταλαμβάνουμε, γιορτάζουμε, πανηγυρίζουμε, έρχεται πάλι η νέα χρονιά κι εμείς είμαστε πάλι οι ίδιοι; Χωρίς μία πραγματική αναζήτηση, χωρίς να αισθανθούμε το Χριστό να γεννιέται στην καρδιά μας, χωρίς να αλλάζει τίποτα μέσα μας και στην οικογένειά μας.
Περνούν τα χρόνια, έρχονται πάλι Χριστούγεννα, περνούν οι γιορτές, έρχεται ένας καινούργιος χρόνος, η ανέχεια και η μιζέρια συνεχίζονται, δεν έχουμε εισπράξει τίποτα, οι τσέπες μας είναι άδειες από κεφάλαιο πνευματικό και δεν έχουμε να ξοδέψουμε δυστυχώς, τίποτα. Έτσι, με το παραμικρό πρόβλημα, ξοδεύουμε τα ελάχιστα που έχουμε και μένουμε ταπί, αλλά όχι ψύχραιμοι.
Τα λόγια του γέροντα Αγάθωνα, που ακούγονται στην εισαγωγή των ομιλιών μας, σε κάθε σχετικό βίντεο στα Ιστολόγια http://katanixis.blogspot.gr/ και http://katihisis.blogspot.gr/ δυστυχώς δεν τα βιώνουμε. Τι μας λέγει ο γέροντας; «Η Ορθοδοξία βιώνεται (έτσι:) να ψηλαφείς, να ζεις, να είσαι ήρεμος, γεμάτος, καλυμμένος, αναπαυμένος, χαρούμενος, ευτυχισμένος, να ζεις από δω τον Παράδεισο». Ο γέροντας, αυτά τα βιώνει, τα ξέρει κι εμείς δεν έχουμε το ενδιαφέρον να μάθουμε πως θα γίνουμε έτσι, χαρούμενοι, με αστείρευτη χαρά, πως θα βιώσουμε αυτό που διδάσκει.
Υπάρχει στους περισσότερους κάποιο ενδιαφέρον επιδερμικό να λένε κάπως την ευχή. Κοιτάμε όλοι μόνο τα εξωτερικά πράγματα, πανηγύρια, καμπάνες, χορούς, σαν χριστιανοί ρωτάμε για τη Θεία Κοινωνία, λίγο ενδιαφερόμαστε για την εξομολόγηση, τυπικά πράγματα δηλαδή και ουσιαστικά τίποτα.
Ένας πολύ σεβαστός και άγιος σύγχρονος ιερέας, ο π.Στέφανος Αναγνωστόπουλος, αναφέρει μία διήγηση πολύ ψυχοφέλιμη την οποία σας μεταφέρω εδώ και με την οποία θα κλείσω το παρόν άρθρο:
«Ο μακαριστός πάπα-Χαράλαμπος, μέλος της συνοδείας του οσίου Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή και προηγούμενος της Ι. Μ. Διονυσίου του Αγίου Όρους, διηγείτο από την προσωπική του πείρα ως Πνευματικού, τα εξής:
“Εξομολογώ κάποιο ανδρόγυνο από τη Θεσσαλονίκη. Έχουν τέτοια ακρίβεια, που τους θαύμασα. Πρόκειται πραγματικά για μία “κατ’ οίκον εκκλησία”.
Έχουν τρία παιδιά. Μόλις φύγουν τα παιδιά στο σχολείο και ο άνδρας για τη δουλειά, η γυναίκα κάθεται μία-δύο ώρες και λέει την Ευχή. Κατόπιν σηκώνεται, αρχίζει τις δουλειές του σπιτιού και εν τω μεταξύ η Ευχή, σαν μηχανή, δουλεύει ασταμάτητα, πότε με το στόμα και πότε με το νου. Ο άνδρας, μόλις γυρίσει από τη δουλειά, αμέσως θ’ αλλάξει και θα πάει λίγη ώρα για προσευχή και μελέτη. αυτή την τάξη συνήθισαν και τα παιδιά τους.
Μου έγραφε τις προάλλες η μάνα: “Τα παιδιά μας έμαθαν να λένε την Ευχή και στο σχολείο. Όταν γυρίζουν από το σχολείο, έχω τελειωμένες τις δουλειές και το φαγητό και κάθομαι ξανά στο προσευχητάρι. Τα παιδιά με περιέργεια με ρωτούν:
— Τι κάνεις εκεί, μαμά;
— Προσεύχομαι στο Χριστούλη για να μας φυλάει.
— Μαμά, μπορούμε κι εμείς να προσευχόμαστε μαζί σου;
— Βεβαίως, παιδιά μου. Ο Χριστούλης σας αγαπά και θέλει να μιλάτε μαζί Του.
Έτσι λοιπόν κάναμε συνήθεια και το μεσημέρι προσευχόμαστε όλοι μαζί δεκαπέντε-είκοσι λεπτά και ύστερα τρώμε.
Όταν το βράδυ γυρίσει και ο πατέρας τους, καθόμαστε όλοι μαζί. Άλλοτε διαβάζουμε μαζί βιβλία της Εκκλησίας, άλλοτε τους διηγούμαι ιστορίες.
Κάποτε μας τυχαίνει κανένας ξένος και μας χαλά λίγο τη σειρά. Ωστόσο, οι πιο πολλοί μας έμαθαν και είτε έρχονται για ν’ ακούσουν καμιά ωφέλιμη κουβέντα είτε πάνε σε άλλους φίλους τους, που ταιριάζουν στα φρονήματα. Κάποιες φορές κανονίζουμε και μικρές οικογενειακές αγρυπνίες.
Την Κυριακή όλοι οικογενειακώς θα εκκλησιασθούμε και θα κοινωνήσουμε. Με τη Χάρη του Κυρίου, και τα παιδιά μας προσαρμόσθηκαν και μας ακολουθούν χωρίς προβλήματα. Παρόλο που οι φίλοι τους στο σχολείο δε νηστεύουν, όμως ευτυχώς δεν παρασύρονται”.
Τελειώνοντας, γράφει αυτή η χαριτωμένη γυναίκα:
“Κατ’ αυτόν τον τρόπο κυλά η ζωή μας. Αν και έχουμε πολλούς πειρασμούς από το φθόνο του εχθρού, όμως αισθανόμαστε ότι στο σπίτι μας βασιλεύει ο Χριστός και είμαστε πολύ χαρούμενοι και ευτυχισμένοι”.
Και καταλήγει ο αγιασμένος Γέροντας Χαράλαμπος:
“Να, τέκνον, ένα παράδειγμα από μέσα στον κόσμο, για να εννοήσεις ότι ο Θεός δεν είναι προσωπολήπτης. Δίνει τη χάρη Του παντού»!