Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ακατήχητος Λαός (Άρθρο)


εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Ιούνιος 2015, αρ. φ. 168)
(απομαγνητοφωνημένο κείμενο)

Αδελφοί μου, στα χρόνια που ζούμε και για τα χρόνια που θα έρθουν, προβληματιζόμαστε σε τι κοινωνία θα μεγαλώσουν τα παιδιά μας. Στα σχολεία δεν διδάσκουν πια Χριστό, η κοινωνία δεν διδάσκει Χριστό. Αν η οικογένεια δεν ξέρει, είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα.
Βλέπουμε τα δεδομένα στην εποχή μας να αλλάζουν. Για παράδειγμα, βλέπουμε τι γίνεται με το gay pride εδώ στην Θεσσαλονίκη. Παρελαύνουν δέκα χιλιάδες συμμετέχοντες από όλη την Ευρώπη. Ο κ. Μπουτάρης, σαν Δήμαρχος, δεν σκέφτεται ότι την εβδομάδα που έγινε εφέτος αυτή η παρέλαση, είναι η ανάμνηση του σεισμού του ’78; Μας ταρακούνησε τότε ο  Άγιος Δημήτριος για να συνέλθουμε και τώρα, την ίδια εβδομάδα, διοργανώνει το  gay pride!
Από την άλλη, υπάρχει νομοθεσία στην Ευρώπη, που απαγορεύει να αναγράφονται οι λέξεις πατέρας και μητέρα στα σχολικά βιβλία. Πρέπει να λέγονται γονέας α΄ – γονέας β΄, διότι μπορεί να είναι ομόφυλοι. Και αυτό θα το εισάγουν και στην Ελλάδα.
Το πρόβλημα ξεκινά από το γεγονός ότι ο κόσμος είναι ακατήχητος. Ας δούμε για παράδειγμα τα νέα ζευγάρια. Δεν ξέρουν από Χριστό, παντρεύονται, αποκτούν παιδί και η κοπέλα δεν ξέρει τι θα πει σαραντισμός. Όμως γνωρίζει άλλα που δεν ισχύουν. Θα έπρεπε να γνωρίζει ότι την πρώτη ημέρα μετά τη γέννα πρέπει να διαβαστεί η ευχή της πρώτης ημέρας. Την όγδοη ημέρα πρέπει να έχουν αποφασίσει οι γονείς τι όνομα θα δώσουν στο παιδί, ώστε να διαβαστεί το όνομα του παιδιού και στις σαράντα ημέρες να γίνει  ο σαραντισμός. Έτσι πρέπει να γίνεται. Αλλά εμείς οι νεοέλληνες αντί αυτών τι ξέρουμε; Τον μισό σαραντισμό που δεν υπάρχει.
Ευχή του μισού σαραντισμού δεν υπάρχει. Προέκυψε από την δήθεν ανάγκη και από την άγνοια. Στις μέρες μας πηγαίνει η νέα γυναίκα, που έχει κάποιες ρίζες χριστιανικές και λέει στον ιερέα «πάτερ εγώ θέλω να βγαίνω, δεν μπορώ να περιμένω ως τις σαράντα ημέρες». Και ο ιερέας της λέει «ωραία κορίτσι μου, έλα να σου διαβάσω μισό σαραντισμό». Δεν υπάρχει μισός σαραντισμός! Αυτή η νοοτροπία είναι μια διαστρεβλωμένη νοοτροπία σχετικά με το αν μπορεί να βγει η λεχώνα από το σπίτι. Μπορεί αν θέλει να βγει και τη δεύτερη μέρα και την τρίτη και όποτε χρειαστεί. Θα πρέπει να πάει το παιδί της στον γιατρό, θα χρειαστεί να πάει η ίδια. Αν ο σύζυγός της εργάζεται, θα πρέπει να βγει για τα ψώνια του σπιτιού. Η Εκκλησία συστήνει να μην έχει πολλές κοινωνικές επαφές αυτό το χρονικό διάστημα για λόγους ευαισθησίας της λεχώνας και του βρέφους, όμως δεν απαγορεύει να βγει από το σπίτι.
Εφόσον το σχολείο δεν μπορεί να διδάξει τα παιδιά, ούτε η κοινωνία, αλλά ούτε από το σπίτι υπάρχει πάντα σωστή κατεύθυνση, εμείς οι ιερείς δεν θα έπρεπε να κλείνουμε το στόμα μας. Θα έπρεπε να μιλούμε συνεχώς στον κόσμο, να τον κατηχούμε, με απλά πράγματα.
Πρόσφατα, πήγα σε ένα σπίτι για να κάνω ένα τρισάγιο σε έναν κεκοιμημένο και ζήτησα θυμιατό. Κοιτιόταν στα μάτια ο ένας με τον άλλον «τι είναι το θυμιατό. Δεν το αναφέρω περιπαικτικά, αλλά για να κατανοήσουμε ότι ο κόσμος δεν ξέρει απλά πράγματα. Από πού να μάθει; Και πάει στην εκκλησία πότε - πότε, δεν θα ακούσει και ένα κήρυγμα τέτοιο. Είναι ανάγκη να μιλάμε οι ιερείς και λίγο πρακτικά.
Άλλο παράδειγμα:
Μου λέει μια κοπέλα, εγώ θα κοινωνώ μόνο το βράδυ της Ανάστασης που όλοι κοινωνούν γιατί δεν είμαι άξια να κοινωνήσω όλο το χρόνο. Δεν θέλουμε να μαλώνουμε με τον κόσμο, αλλά πρέπει να τους λέμε ότι προϋπόθεση της Θείας Κοινωνίας, είναι να υπάρχει ο πνευματικός, ο εξομολόγος, στον οποίο θα πάει, να εξομολογηθεί, να λάβει μια ευχή συγχωρητική, να μπορεί να κοινωνήσει. Να ξέρει ότι απαγορεύεται να κοινωνάει χωρίς την ευλογία του πνευματικού.
Η Εκκλησία πρέπει να το τονίσει αυτό. «Όχι παιδί μου καλό, εγώ σαν παπάς, είμαι ο πιο βρωμιάρης. Έχω κάνει τις χειρότερες αμαρτίες. Αλλά όπως και να το κάνουμε, ο Θεός, εμένα επέλεξε να έρθει ο τάδε, να έρθει ο δείνα, να πει πάτερ έκλεψα, βλασφήμησα, έκανα αυτή την αμαρτία, την άλλη». Ένα σωρό αμαρτίες έχουμε. Να ξέρουμε ότι πρέπει να εξομολογηθούμε και να μας διαβάσει ο παπάς την ευχή.
Λέει η παράδοσή μας ότι ο διάβολος είναι πολύ μάστορας. Τι κάνει; Παίρνει μια κουβέρτα και σου λέει «έλα εδώ, κάνε την αμαρτία σου, εγώ θα σε σκεπάσω καλά - καλά, μπες από κάτω, κάνε την αμαρτία, και δεν σε βλέπει κανένας». Αλλά είναι ύπουλος. Μόλις κάνεις την αμαρτία, σε ξεσκεπάζει αμέσως και παίρνει και ένα νταούλι και χτυπάει δυνατά για να μάθουν την αμαρτία σου οι πάντες και να σου έρθει ντροπή να μη μπορείς να πας να την εξομολογηθείς. Επίσης σε κάνει και κάτι άλλο ο διάβολος, για το οποίο οι Πατέρες τον ονομάζουν μυρμηγκολέοντα. Όταν την κάνεις την αμαρτία σου φαίνεται μικρή σαν μυρμήγκι. Όταν πας να την πεις, σου φαίνεται μεγάλη σαν λιοντάρι. Να μη μπορείς να την εξομολογηθείς!
Η εξομολόγηση όμως δεν είναι ανάκριση. Έρχονται πολλά νέα παιδιά να εξομολογηθούν. Μου λέει ένα παλληκάρι, «πάτερ, για πρώτη φορά έρχομαι. Τι είναι η εξομολόγηση»; Του λέω «πες μου τι σε βασανίζει». Αρχίζει ας πούμε με το οικονομικό (σήμερα είναι το πρώτο θέμα), «δουλειά δεν έχω, αυτό φέρνει γκρίνια, ξέρεις με τη γυναίκα μου λίγο τσακώνομαι» κλπ. Αφού τελειώσει η εξομολόγηση, του λέω «έλα να σου διαβάσω την ευχή, σε συγχωρεί ο Θεός». Λέει «πάτερ, αυτό ήταν η εξομολόγηση»«Ρε αγόρι μου τι νόμιζες; Ότι θα πάρω κανένα περίστροφο σαν τη γκεστάπο και θα σου πω «ομολόγησε»;
Παραγνωρίζει ο κόσμος και δυσκολεύει τα πράγματα από μόνος του γιατί δεν έχει και την απλή κατήχηση και τον ιερέα που να έχει βιώσει πρώτος αυτός. Οπότε, αν δεν έχεις την εμπειρία, δεν μπορείς να βοηθήσεις τον κόσμο. Γιατί αν δεν έχεις γλυκαθεί εσύ απ’ το μέλι τί να πεις τον άλλον; Αν εγώ δεν έχω ψηλαφίσει ο ίδιος, δεν μπορώ. Θα έρθεις εσύ και θα μου πεις πάτερ δεν πιστεύω και δεν θα ξέρω τι να σου πω αν εγώ δεν έχω κάποια εμπειρία πάνω σε αυτό το θέμα.