Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Ευαγγέλιο της Κυριακής της Σαμαρείτιδος (Γραπτό Κήρυγμα)


εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης (με τρίμηνη απόσπαση)
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Απρίλιος 2015, αρ. φ. 166)

Κήρυγμα στὸ «πας ο πίνων εκ του ύδατος τούτου διψήσει πάλιν· ος δ  ν πίη εκ του ύδατος ου εγώ δώσω αυτώ, ου μη διψήση  εις τον αιώνα, αλλά το ύδωρ ο δώσω αυτώ, γενήσεται εν αυτώ πηγή ύδατος αλλομένου εις ζωήν αιώνιον»[1]

Θεϊκή υπόσχεση είναι η σημερινή ρήση του Κυρίου μας. Χωρίς να υποτιμά καθόλου το υλικό ύδωρ του φρέατος, ούτε βέβαια την υπηρεσία που παρέσχε στους απογόνους του ο Πατριάρχης Ιακώβ με τη διάνοιξη του,  τονίζει την ασύγκριτη διαφορά μεταξύ του υλικού τούτου ύδατος και του πνευματικού.
«Καθένας, που πίνει από το νερό αυτό, θα διψάσει πάλι. Εκείνος όμως, που θα πιει από το νερό, που θα του δώσω εγώ, δεν θα διψάσει ποτέ, μάλιστα το νερό, που θα  του δώσω, θα γίνει μέσα του πηγή νερού, που θα αναπηδά για να παρέχει ζωή αιώνια»(Ιω. δ  13-14)[2].
Σε μας, τους ανθρώπους αυτής της άπιστης και τόσο ταλαιπωρημένης εποχής, αποτελούν αυτά τα λόγια άνοιγμα σε νέους ορίζοντες αναζήτησης και προσέγγισης του άϋλου. Ευκαιρία για βιωματική εμπειρία οντολογικής σχέσης με το Θείο, γνώση της προσευχητικής εικοινωνίας με Αυτό και αναγνώριση του υπερφυσικού ύδατος ως του ενδιαθέτου λόγου, που κράζει εντός ημών «αββά ο πατήρ»[3]! Φυσικά αυτό συμβαίνει όταν επιμείνουμε σε μία καθαρά νηπτική σχέση με την εσωτερικότητά μας, ποθώντας και επιζητώντας την Αυτογνωσία ως μέσον χαρακτηριστικό και αλάνθαστο στην προσέγγιση μας με τη Θεογνωσία.
Ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος θεωρεί ως θαυμαστή την αντίδραση της Σαμαρείτιδος, μπροστά στο γεγονός της παρουσίας του Κυρίου αλλά και της υπόσχεσής Του για το ύδωρ το «αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον». Δεν είναι μια γυναίκα εύπιστη (διότι δεν δέχθηκε άνευ κρίσεως τα λόγια του Χριστού) , αλλά ούτε άπιστη ή φιλόνικη[4]. Δεν συμπεριφέρεται ασεβώς αλλά εκμεταλλεύεται το γεγονός και εκδηλώνει την επιθυμία της να γίνει μέτοχος αυτής της δωρεάς.
Στην αντίθετη κατεύθυνση βρίσκονται οι σκληροί και βλάσφημοι Ιουδαίοι. Αυτοί ενώ είδαν πολλά θαύματα από τον Χριστό, σε αντίθεση με την Σαμαρείτιδα που δεν είχε αυτήν την εμπειρία, δεν επίστευσαν. Και σε εκείνους είχε πει κάποτε: «εγώ ειμι ο άρτος της ζωής· ο ερχόμενος προς με ου μη πεινάση, και ο πιστεύων εις εμέ ου μη διψήση πώποτε»[5], αλλά σκανδαλίστηκαν, τον αρνήθηκαν και τον πολέμησαν.
Απομένει σε εμάς η πρόκληση να επιλέξουμε τη στάση μας απέναντι στο θεϊκό Ύδωρ. Είναι πολύ εύκολο να πλανηθούμε και αντί του ύδατος του «αλλομένου εις ζωήν αιώνιον», να αποκτήσουμε το «ύδωρ το αλλοιούμενον»[6] του Οικουμενισμού και των υπολοίπων αιρέσεων. Οι Ιουδαίοι της εποχής Του Κυρίου μας αυτό, το δεύτερο ύδωρ απέκτησαν. Είναι αυτό το αλλοιωμένο, που δαιμόνισε τον πνευματικό κόσμο τους και τους οδήγησε να Τον προδώσουν και να Τον θανατώσουν. Τη ίδια τραγικότητα συναντούμε και στις ημέρες μας ακόμη και στα ανώτερα κλιμάκια της Εκκλησίας μας.  «Οι διάδοχοι πλέον των Αποστόλων έχουν διαφοροποιήσει την εντολή “μαθητεύσατε πάντα τα έθνη”. Η Πίστη στον Χριστό ως μόνη λατρεμένη αγάπη και στην Ορθοδοξία ως μόνη αληθινή Πίστη δεν είναι αυτονόητη. Τίθεται προς διαπραγμάτευση. Ο εις τύπον Χριστού σύγχρονος διάδοχος δεν προσφέρει πλέον στη Σαμαρείτιδα το Υδωρ το ζων το αλλόμενον εις ζωήν αιώνιον, διότι δεν το ψηλάφισε και δεν το κατέχει. Αντ’ αυτού λαμβάνει από εκείνη το ύδωρ το αλλοιούμενον. Με αυτό “ευλογείται” και “αγιάζεται”. Με αυτό αντικαθιστά τη Χάρη της Μυστικής Θεολογίας»[7].
Ο ιερός Χρυσόστομος, μένει έκθαμβος από την στάση αυτής της γυναίκας και από ένα άλλο γεγονός. Θεωρεί πως αν και η ζωή της δεν ήταν κατά Θεόν, παρά ταύτα ελκύεται από την παρουσία του Χριστού σε τέτοιο βαθμό που γίνεται πρότυπο πνευματικής εργασίας για τον καθένα μας. Ήδη η επαφή με το Κύριο, αποτέλεσε αρχή της αναβλύσεως εντός της, του ζωηρού ύδατος της Πίστης. Ερωτά περί των μυστηρίων της Πίστης, δεικνύοντας μεγάλη προθυμία περί των δογμάτων. Να ακούσουμε λοιπόν τον άγιο και να προσαρμόσουμε τη ζωή μας σύμφωνα με τις παροτρύνσεις του. Ο σκοπός μας να γίνει η αναζήτηση των αληθειών της Πίστης μας και εμπειρία της ορθόδοξης πνευματικής ζωής.
«Ας εντραπώμεν λοιπόν και ας κοκκινίσωμεν από εντροπήν. Γυνή που είχε πέντε άνδρες και επιπλέον ήτο Σαμαρείτις, δεικνύει τόσην προθυμίαν περί των δογμάτων και ούτε η ώρα της ημέρας, ούτε άλλη απασχόλησις ή κάποια άλλη εργασία δεν την απέσπασεν από τα ζητήματα ταύτα. Ημείς όμως όχι μόνον δεν ερωτώμεν περί των δογμάτων αλλ’ είμεθα εις όλα αδιάφοροι και αμελείς. Δι’ αυτό έχουν παραμεληθεί τα πάντα. Διότι, ερωτώ, ποίος από σας, ευρισκόμενος εις την οικίαν του, έπιασε εις τα χέρια του χριστιανικόν βιβλίον και εμελέτησε τα αναγραφόμενα και ηρεύνησε την Γραφήν; Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί κάτι τέτοιο»[8].



[1] Ιω. 4, 13-14
[2] Η Καινή Διαθήκη με μετάφραση Νικολάου Ι. Σωτηροπούλου, Εκδ. Αδελφότητος «Ο Σταυρός», στ΄ κδ. Αθήνα 2012
[3] Γαλ. 4, 6
[4] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 13Α, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ. 19
[5] Ιω. 6, 35
[6] Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης - Τό ύδωρ το αλλοιούμενον http://katanixis.blogspot.gr/2012/05/blog-post_18.html

[7] όμ. ανωτ.
[8] Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου, ΕΠΕ 13Α, Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, σελ. 25