Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Το οικογενειακό αλισβερίσι (Άρθρο)


εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης (με τρίμηνη απόσπαση)
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Απρίλιος 2015, αρ. φ. 166)

(Ἀπομαγνητοφωνημένο κείμενο ἀπὸ ἀδημοσίευτη Ὁμιλία ποὺ πραγματοποιήθηκε στὶς 23-11-2014)

Υπήρχε ένας πλούσιος, ο οποίος είχε πάρα πολλά χρήματα, αλλά ήταν πολύ στενοχωρημένος. Είχε κλειδωμένο το σπίτι και στενοχωριόταν να μην του κλέψουν τα λεφτά.
Απέναντι του ήταν ένα σπίτι φτωχικό, με δέκα παιδιά.  Το ανδρόγυνο ευτυχισμένο, τα παιδιά όλη μέρα παίζανε.  Νηστικά ήταν, αλλά απολάμβαναν τη ζωή.
Ο πλούσιος τους λυπήθηκε, γιατί ήταν ξεβράκωτα τα παιδιά.  Λέει: 
-Στείλε ένα πουγκί λίρες.
Μόλις πήραν οι φτωχοί τις λίρες, κλείσανε τα παντζούρια, βάλανε κάγκελα γύρω από το σπίτι, κατεβάσαν τα κεπέγκια· μπήκαν μέσα και κλειδώθηκαν εκεί!  Έφυγε η Χάρη, έφυγε η χαρά, πέσαν σε περισυλλογή, έκατσαν απάνω στις λίρες, να μην ‘ρθει κανείς κλέφτης.

Θα σας πω και μια ακόμα ιστορία.  Την ιστορία με τα σκόρδα και τα κρεμμύδια.

Ήταν δυο φτωχοί αδελφοί. Ο ένας είχε ένα χωράφι με σκόρδα. Ο άλλος είχε ένα χωράφι με κρεμμύδια.  Κάποια στιγμή αυτός με τα κρεμμύδια, φορτώνει το κάρο, σελώνει το μουλάρι και ξεκινάει να πάει στην αγορά.  Μπερδεύτηκε λίγο στο δρόμο και μπήκε μέσα από κάτι χωράφια.  Τρέχουν αμέσως και τον πιάνουν οι φρουροί του βασιλιά. Χωρίς να το καταλάβει μπήκε στα βασιλικά κτήματα.
-Μπήκες παράνομα εδώ μέσα.  Ποιος είσαι; Τον ρωτούσαν.
Τον πήραν προς το παλάτι να τον ανακρίνουν.  Άρχισαν να τον δέρνουν για να ομολογήσει, άκουσε τις φωνές ο βασιλιάς και κατέβηκε.
-Τι συμβαίνει; 
-Βασιλιά μου, λέει, πολυχρονεμένε μου, συγγνώμη, εγώ είμαι ένας απλός έμπορος, πουλάω κρεμμύδια.
-Τι είναι τα κρεμμύδια;  ρωτάει ο βασιλιάς. 
-Δεν ξέρεις βασιλιά τι είναι τα κρεμμύδια; 
Ο βασιλιάς έτρωγε από ζαρκάδι και πάνω, δεν έτρωγε κρεμμύδια.  Δεν ήξερε από αυτά.  Αλλά, ήταν ευκαιρία να μάθει να τρώει και κρεμμύδια.  Λέει ο φτωχός κρεμμυδάς: 
-Μπορώ να σου μαγειρέψω ένα φαΐ με κρεμμύδια;
-Βεβαίως, θα το δοκιμάσει πρώτα ο δοκιμαστής...
Του κάνει λοιπόν ένα στιφάδο με λαγό.  Είχε λαγό ο βασιλιάς και κάνει ένα στιφάδο λαγό. Κάθεται ο βασιλιάς, αφού το δοκίμασε, να το φάει. 
-Τι γλύκα είναι αυτή, τι γλύκα!  Τι όνειρο, τι φαΐ είναι αυτό!  Δεν έχω ξαναφάει τέτοιο πράγμα!  Για το καλό που μου έκανες, κατέβασε τα κρεμμύδια από το κάρο. 
Και γεμίζει το κάρο με λίρες, γεμίζει το κάρο με λίρες φουλ. 
-Φύγε άνθρωπε του Θεού, πάνε στο σπίτι σου να ζήσεις ευτυχισμένος!
Μπαίνει αυτός στο κάρο, μη μπορώντας να καταλάβει το καλό που του έγινε, το δώρο, το λαχείο που του έτυχε.  Πηγαίνει στο σπίτι του.  Περνάει όμως μπροστά από το σπίτι του αδερφού του.  Βλέπει ο αδερφός του, δεν μιλιόνταν αυτοί, βλέπει ο αδερφός του με τη γυναίκα του. 
-Κική!
-Τι;
-Έλα εδώ να δεις, λέει, Τι είναι αυτό;  Πώς έγινε; Να πας να μάθεις, να πας να μάθεις!.
Ο άλλος, ο πλούσιος πια, το είπε στους φίλους του.  Μαθαίνει λοιπόν ο αδελφός, το και το... ότι πέρασε, κατά λάθος, τα βασιλικά ανάκτορα και τον έπιασαν.  Λέει:
-Θα μπω κι εγώ! 
Γέμισε με σκόρδα το κάρο.  Γεμίζει με σκόρδα. 
-Πάω να τα πουλήσω, λέει.
Μπαίνει και αυτός μέσα στα βασιλικά κτήματα δήθεν κατά λάθος.  Τον πιάνουν και αυτόν.  Πριν αρχίσουν να τον δείρουν, αυτός άρχισε να φωνάζει.  Άρχισε να φωνάζει…  Ακούει ο βασιλιάς.  Κατεβαίνει.  Λέει: 
-Τι γίνεται άνθρωπέ μου;
-Βασιλιά μου πολυχρονεμένε μου, εγώ είμαι ένας εμποράκος, φτωχός, αγρότης. Σκόρδα φυτεύω.
-Τι είναι το σκόρδο; 
-Δεν ξέρεις τι είναι το σκόρδο; Θες λίγο να φας σκόρδο με τυρί; Θέλεις να το μυρίσεις λίγο να δεις; 
Παίρνει το σκόρδο με τυρί, τρώει ο βασιλιάς, τρελάθηκε. 
-Πω πω, του λέει, πιο πολύτιμο πράγμα από αυτό εδώ δεν έχω.  Θα σου δώσω λοιπόν ότι πολυτιμότερο έχω στο παλάτι. Κατεβάστε γρήγορα τα σκόρδα, γεμίστε το με τα κρεμμύδια! 
Το πολυτιμότερο που ήξερε ήταν τα κρεμμύδια που πήρε από τον προηγούμενο.  Περίλυπος ο σκορδέμπορος γυρίζει σπίτι φορτωμένος με τα κρεμμύδια του αδελφού του. 
Θέλησα με τις δυο αυτές ιστοριούλες, που φανερώνουν το κόλλημά μας με τα χρήματα, να σας δείξω ένα πρόβλημα που υπάρχει στις σύγχρονες οικογένειες. Το αλισβερίσι το οικονομικό που έχει το αντρόγυνο μεταξύ του και με τα παιδιά.  Έρχονται και μου παραπονιούνται για τα παιδιά τους ότι “απλώνουν χέρι” στο ταμείο του σπιτιού!
Χτες μου έλεγε ένας πατέρας για μια κάρτα, bay card, που αγοράζουν τα παιδιά μας τώρα, για να παίζουν παιχνίδια στο internet.  Κλέβουν λεφτά τα παιδιά μέσα από το σπίτι, για να αγοράσουν αυτήν την κάρτα, για να μπορούν να “ξεκλειδώσουν” τα διάφορα παιχνίδια.  Με αυτήν την κάρτα, ή με μια παρόμοια, τα παιδιά περνούν από αυτά τα παιχνίδια και παίζουν πόκερ!  Το πόκερ το οποίο είναι καταστροφικό παιχνίδι.  Δεν ξέρω αν βλέπετε στην τηλεόραση σε ιδιωτικά κανάλια και στα λοιπά, που διαφημίζουν οι μεγάλοι, υποτίθεται, masters του πόκερ, χαρτοπαίκτες μεγάλοι που παίζουν εκατομμύρια.  Το έχουν δήθεν σαν άθλημα και το διαφημίζουν μάλιστα ως την τέλεια ζωή. Και έχουν κλείσει σπίτια από αυτό το δαιμονικό παιχνίδι.
Τα παιδιά μαθαίνουν από μικρά να τζογάρουν, από μικρά στο τζόγο.  Παίζουν τα παιδιά μας πόκερ, παιχνίδια τέτοια και μετά σιγά σιγά δε μπορούν.  Θα πάνε και θα μπουν και στα καζίνο και θα γραφτούν και θα ξοδεύουν τα λεφτά τους σε φρουτάκια, σε χαρτοπαίγνια, σε πόκερ και σε τέτοια. 
Το θέμα μας λοιπόν είναι το εξής. Κατά πόσο περνάμε στα παιδιά μας ή τα βοηθάμε να μην περάσουν σε μια νοοτροπία του εύκολου κέρδους.  Και υπογραμμίζω, έχει περάσει στη ζωή μας!  
Θέλω να δούμε, κατά πόσο εμείς οι γονείς, περνάμε μια νοοτροπία στα παιδιά μας του εύκολου κέρδους.  Δεν είναι αυτό άσχετο απ’ το Ευαγγέλιο του άφρονος πλουσίου, απ’ το κυνήγι του εύκολου κέρδους.  Και μαθαίνουμε στα παιδιά μας να μην κουράζονται γι’ αυτό.  Στην εποχή που ζούμε, παρόλο που είναι η οικονομική κρίση, δεν ξέρω από τη μια αν εκτιμούν τα παιδιά τον κόπο των γονιών και από την άλλη μήπως βλέπουν τους γονείς να σκέφτονται πονηρά και να προσπαθούν να βρουν τρόπους! Μηχανεύονται οι γονείς, εμείς δηλαδή, να βρούμε τρόπους εύκολου κέρδους και αδικίας πολλές φορές, και περνούμε μια τέτοια νοοτροπία στα παιδιά, ώστε δυστυχώς πια δεν ελέγχονται!