Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης, Γραπτό κήρυγμα στο Ευαγγέλιο της Αναστάσιμης Θείας Λειτουργίας

ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ.jpg
εφημέριος του Ι.Ν. αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας Θεσσαλονίκης (με τρίμηνη απόσπαση)
Για τον "Στύλο Ορθοδοξίας" (Μάρτιος 2015, αρ. φ. 165) 

Κήρυγμα στὸ «Ἐν ἀρχὴ ν ὁ Λόγος… καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν.» (Ἰω. α΄ 1-5)
        Κυριακή της Ἀνάστασης σήμερα, τῆς μεγαλύτερης πανήγυρης τῆς Ὀρθοδοξίας μας. «Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτῶν ἑορτή, καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων» ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ ἀναστάσιμου κανόνα. Δηλαδὴ αὐτὴ ἡ ἐπίσημη καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ πρώτη της ἑβδομάδος, ἡ βασίλισσα ὅλων τῶν ἡμερῶν, ἀφιερωμένη στὸν Κύριο, εἶναι ἡ ἑορτὴ ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες τὶς ἑορτὲς καὶ πανήγυρης πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες τὶς πανηγύρεις.
         Ἡ Ἐκκλησία σήμερα ὁρίζει στὴν ἀναστάσιμη θεία λειτουργία, νὰ ἀναγιγνώσκεται ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὸ πρῶτο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ἰωάννη ἱεροῦ εὐαγγελίου, στίχος 1-17. Στοὺς πρώτους στίχους της, μὲ τοὺς ὁποίους ἀσχολούμαστε ἐδῶ, ἡ περικοπὴ παρουσιάζει τὸν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, ὡς Θεό, δημιουργὸ τῶν πάντων. Ὁ προαιώνιος Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Δημιουργός τοῦ κόσμου, τὸ φῶς καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων. Ἐκεῖνος, ὁ φοβερὸς νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ ἀρχηγὸς τῆς ζωῆς, ὁ καταλύων τὰ δεσμὰ τοῦ Ἅδου, ὁ ἀναστᾶς Κύριος, εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός.  Εἶναι ὁ πλάστης ὅλου τοῦ ὁρατοῦ καὶ ἀοράτου κόσμου.
         «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ Λόγος, καὶ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν , καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος. Οὗτος ἦν ἐν ἀρχὴ πρὸς τὸν Θεόν.  Πάντα δι̉ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἐν ὁ γέγονεν. Ἐν αὐτῶ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Τὸ φῶς ἐν τὴ σκοτία φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν[1].» Στὴν ἀρχὴ ἦταν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Θεὸ (Πατέρα), καὶ Θεὸς ἦταν ὁ Λόγος. Αὐτὸς ἦταν στὴν ἀρχὴ μαζὶ μὲ τὸ Θεὸ (Πατέρα). Ὅλα ἔγιναν δὶ’ αὐτοῦ, καὶ χωρὶς αὐτὸν δὲν ἒγινε τίποτε, τὸ ὁποῖο ἔγινε. Δὶ αὐτοῦ ὑπῆρχε ζωή, καὶ ἡ ζωὴ ἦταν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων. Καὶ τὸ φῶς μέσα στὸ σκοτάδι φωτίζει, ἀλλ’ οἱ σκοτεινοὶ ἄνθρωποι δὲν τὸ κατάλαβαν.
        Πρὶν ὁ εὐαγγελιστὴς ἀφηγηθεῖ τὴν ἐπίγειο ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, Τὸν ταυτίζει μὲ τὸν ἀΐδιο Λόγο. Ὅπως τονίζει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, φανερώνει  τόσο τὸ αἰώνιό τοῦ Θεοῦ ὅσο καὶ τὸ συναιώνιό τοῦ Λόγου. Μόνο μὲ αὐτὴν τὴν σύνδεση μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε τὴν Ἀνάστασή Του. Ὁ ἀναστημένος Κύριος εἶναι ὁ ὧν , ὁ ν  καὶ ὁ ἐρχόμενος, τὸ Α καὶ τὸ Ω τῆς ζωῆς, γιατί εἶναι ὁ Θεός. Αὐτὸς ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει τὴν μοναδικὴ καὶ αἰώνια αὐτὴν ἀλήθεια, διὰ στόματος τοῦ Ἰωάννου τοῦ θεολόγου, εἶναι ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τὸ εὐθές. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γι αὐτὸν τὸν λόγο μᾶς προτρέπει νὰ τρέξουμε πρὸς τὸν Εὐαγγελιστὴ, συνεπαρμένοι ἀπὸ τὸν πλοῦτο τῆς ἀποκεκαλυμμένης Ἀλήθειας ποὺ κατέχει. Αὐτὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ εὐαγγελιστῆ, καθορίζει τὴν Τιμή, τὴν Πίστη, τὴν Λατρεία πρὸς τὸν σταυρωμένο καὶ ἀναστημένο Κύριο.
        «Ἔχει μέσα του ὁμιλοῦντα τὸν Παράκλητο, ὁ ὁποῖος εἶναι πανταχοῦ παρὼν καὶ γνωρίζει τόσο ἐπακριβῶς τὰ τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου γνωρίζει τὸν ἑαυτό της. Τὸ Πνεῦμα τῆς ἁγιότητος, τὸ Πνεῦμα τὸ εὐθές, τὸ ἡγεμονικό, αὐτὸ ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στοὺς οὐρανούς, ποὺ μᾶς δίνει ἄλλους ὀφθαλμούς και μᾶς κάνει νὰ βλέπουμε τὰ μέλλοντα ὡς παρόντα, αὐτὸ ποὺ μᾶς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ ἐξερευνοῦμε ὅσα ὑπάρχουν στοὺς οὐρανοὺς ἐνῶ ἀκόμα φέρομε σάρκα[2]».
         Οἱ μέτοχοι τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, καθοδηγούμενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, μετέχουν τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως. Λουσμένοι ἀπὸ τὸ φῶς αὐτό, διαμορφώνουν ἐντός τους μία νέα ἐσωτερικὴ κατάσταση. Ἐπιτρέπουν στὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ὡς ὀντολογικὸ γεγονός, νὰ λάμψει πλήρως στοὺς σκοτεινοὺς θαλάμους τοῦ ὑποσυνείδητου πού γίνεται συνειδητὸ. Ἡ γνώση τῶν ὄντων ἀποτελεῖ δυνατότητα, ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ θεογνωσία εἶναι στόχοι καὶ ἀποτέλεσμα  αὐτῆς τῆς διεργασίας. Ὁ δρόμος τῆς καθαρτικῆς μετάνοιας, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς ἐλλάμψεως εἶναι πιὰ ἀνοιχτός! Γιὰ τὸν χριστιανὸ ποὺ μετέχει τῆς θεώσεως, τὸ Πάσχα εἶναι ἡ Λαμπρὴ.
         Τὸ φῶς αὐτὸ μένει ὅμως ἀκατανόητο ἀπὸ τοὺς σκοτεινοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἡ αμετανοησία ως ἐπιλογὴ, τούς κρατᾶ στή μαυρίλα τοῦ Ἅδη. Ὅποιος ἐπιλέγει νὰ ζήσει ἐν τὴ σκοτία, νὰ διώξει τὴ Χάρη τοῦ Κυρίου, νὰ ζήσει χωρὶς τὸ φῶς τῆς ἀνάστασης, θὰ μείνει μὲ τὴν ἐπιλογή του. Τοῦ δίνονται ὅλες οἱ δυνατότητες, ὁ χρόνος, ὁ τρόπος, οἱ εὐκαιρίες. Ἡ ἐπιλογὴ εἶναι δική του. Ἂν θέλει μπορεῖ νὰ κατανοήσει τὸ φῶς βάζοντας τέρμα στὰ ἔργα τοῦ σκότους. Οἱ εὐκαιρίες εἶναι  ἄπειρες, ἡ Ἀνάσταση τὸν περιμένει.
        Στὸν κατηχητικὸ λόγο τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου ὑπογραμμίζεται ἡ θεία βούληση γιὰ τὸν καθένα ἀπό μᾶς. Ἂς ταπεινωθοῦμε στὸ γεγονὸς τοῦ Φωτὸς στὴ ζωή μας καὶ ἂς ἀδράξουμε τὴν εὐκαιρία. «Καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνω δίδωσι καί τούτω χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾶ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ. Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ὑμῶν»[3].

[1] (ω. α΄ 1-5)
[2] Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα (12), Υπόμνημα εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο, Ομιλία Α΄, Ε.Π.Ε. Έλληνες Πατέρες Εκκλησίας
[3] Κατηχητικός Λόγος, Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου