Πρωτοπρεσβύτερος π. Χ. Μ. Λόγος στην εορτή των Τριών Ιεραρχών

3_ierarx_0211.jpg
Η σημερινή εορτή των Τριών Ιεραρχών, Βασιλείου του Μεγάλου, Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, είναι ο συνδετικός κρίκος της θρησκείας μας, της εθνικής μας συνειδήσεως και των Ελληνικών Γραμμάτων.
Και αληθινά οι τρεις μέγιστοι φωστήρες της Ορθοδοξίας ξεχωρίζουν στην ιστορία του Χριστιανισμού, της Ελλάδος και της παιδείας μας, σαν στυλοβάτες της Ορθοδόξου Πίστεως, σαν υπέροχοι τους γένους διδάσκαλοι και σαν μύστες των Ελληνικών γραμμάτων, του Ελληνικού Πνεύματος της Ελληνικής, σοφίας.
Κατά την περίοδο, που έζησαν οι Τρεις Ιεράρχες από το 330 έως το 407 μ. Χ. Ο Χριστιανισμός διέτρεξε μεγάλο κίνδυνο και η Ορθόδοξος Χριστιανική πίστη εκλονίσθη από τις πολλές αιρέσεις.
Για να παύσουν οι θρησκευτικές διενέξεις, για να καταπολεμηθούν οι αιρέσεις, για να σταθεί  ακλόνητο το θρησκευτικό οικοδόμημα, έπρεπε να παρουσιασθούν άνδρες φωτεινοί, θαρραλέοι και μαχητικοί, με ακλόνητη πίστη προς τον Χριστό και πολύπλευρη μόρφωση. Και ευτυχώς παρουσιάσθησαν!
Ήταν οι τρεις Ιεράρχες των οποίων την Ιερή μνήμη τιμά σήμερα ολόκληρος ο Ορθόδοξος  Ελληνισμός και ιδιαιτέρως η μαθητεύουσα νεολαία, με τους εκπαιδευτικούς των.
Ο Μέγας Βασίλειος ως επίσκοπος Καισάρειας ανεδείχθη αληθινά μεγάλος και απέσπασε το θαυμασμός των συγχρόνων του και των μεταγενεστέρων. Τα φυσικά του χαρίσματα, η χριστιανική του διαπαιδαγώγηση από τη μάμμη του Μακρίνη και την μητέρα του Εμμέλεια, η πλατειά του μόρφωση που απέκτησε με τις σπουδές του στην Καισάρεια, στην Κων/λη και στην Αθήνα, όπου έμεινε χρόνια, οι περιοδείες του στην Αίγυπτο, Παλαιστίνη, Συρία, και Μεσοποταμία και η συστηματική μελέτη των αρχαίων συγγραφέων, του έδωσαν μεγάλη μόρφωση, και μεγάλη ρητορική δεινότητα. Ακλόνητος μπροστά στους ισχυρούς, ανιδιοτελής και ταπεινός, επέρασαν τα 48 χρόνια της ζωής του με έργα φιλανθρωπίας και με αγώνες δια την στήριξην της Ορθοδοξίας. Πούλησε την περιουσία του, για να κτίσει στην Καισάρεια τη Βασιλειάδα, ένα μεγάλο νοσοκομείο. Ανακουφίζει τους δυστυχισμένους και τους πεινασμένους. Αγωνίζεται με τα πολλά συγγράμματά του προς στήριξη της Ορθοδοξίας. Προτρέπει τους νέους να μελετούν τους αρχαίους  Έλληνας συγγραφείς.
Συμβουλεύει τους Χριστιανούς με επιστολές από τις οποίες σώζονται αρκετές(367), να περνούν βίον ενάρετον και να μη πιστεύουν στις διάφορες αιρέσεις. Οι επιστολές του αυτές σήμερα κατ’ εξοχήν είναι πολύ επίκαιρες όπου φιλοπαπικοί οικουμενιστές, χιλιαστές, σατανιστές μάγοι και πάσης φύσεως αιρετικοί προσπαθούν να παρασύρουν τα παιδιά μας την αυριανή μας ελπίδα σε ατραπούς λίαν επικίνδυνους. Αλλά αγαπητά μου παιδιά στώμεν καλώς.
Γράφει η θεία Λειτουργία την οποίαν τελούμε 10 φορές το χρόνο. Γνωρίζουμε την απάντηση που έδωσε ο Ιεράρχης προς τον ύπαρχο Μόδεστο και μέσω αυτού προς τον αυτοκράτορα Ουάλη, ώστε ο ίδιος ο Ουάλης εθαύμασε την θαρραλέα απάντηση και άφησε ήσυχο τον Ιερό τούτο άνδρα: Φωτιά και ξίφος και θηρία και νύχια κατασπαράσσοντα τις σάρκες, είναι για μας περισσότερο απόλαυση παρά φόβος.
Ο Χριστιανισμός όμως έχει να επιδείξει και άλλον ισάξιο του Μεγάλου Βασιλείου Ιεράρχη, τον Γρηγόριο το Θεολόγο. Είχε και αυτός ευσεβή και ενάρετη μητέρα την Νόννα. Μετά τις σπουδές του στην Καισάρεια της Καππαδοκείας, την Αλεξάνδρεια και την Αθήνα, δέχθηκε τον 379 μ. Χ. Τις παρακλήσεις των Ορθοδόξων της Κων/λεως, να αναλάβει την απόκρουση των Αρειανών, από τους οποίους είχαν κλονισθεί τα δόγματα της ορθοδοξίας.
Έρχεται στην Κωνσταντινούπολη και αρχίζει τον αγώνα του κατά των Αρειανών, με όπλα την υπέροχη ευγλωττία του, τη βαθειά γνώση της Αγίας Γραφής και την αγία του ζωή. Οι περισσότεροι χριστιανοί στρέφονται προς τον πατέρα της Ορθοδοξίας. Οι αιρετικοί θορυβήθηκαν γι’ αυτή του την επιτυχία και επιχειρούν να τον δολοφονήσουν τη νύχτα του Πάσχα στις 27 Απριλίου 379. Ατρόμητος όμως ο Γρηγόριος συνεχίζει τους αγώνες του και όταν γίνεται Αρχιεπίσκοπος Κων/λεως. Εκ των πολλών λόγων του οι πέντε περί του Θεού, της Αγίας Τριάδος και των προσώπων Αυτής χαρακτηρίζονται σαν άριστοι θεολογικοί λόγοι και του δίνουν το επώνυμον του Θεολόγου.
Αλλά και ο τρίτος Ιεράρχης, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ανεδείχθηκε ένας από τους μεγάλους πατέρας της Εκκλησίας. Τόση η επίδραση της μητέρας του Ανθούσης, όσο και οι σπουδές του στο σοφιστή Λιβάνιο, στο φιλόσοφο Ανδραγάθιο και στους επισκόπους Μελέτιο και Διόδωρο, καθώς και η επί έξη χρόνια μελέτη των Αγίων Γραφών και των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στο μοναστήρι της Αντιόχειας, τον ανέδειξαν τέλειο ερμηνευτή των Γραφών και άφθαστο ομιλητή. Η γλαφυρότητα των εκφράσεων και η απαράμιλλη ευχέρεια στο λέγειν, του έδωσαν το επώνυμο του Χρυσοστόμου. Ο Χρυσόστομος εκήρυττε με τέτοια ρητορική τέχνη το θείο λόγο επί δώδεκα χρόνια στην Αντιόχεια ως πρεσβύτερος και επί έξι χρόνια στην Κων/λη ως Πατριάρχης, ώστε παρακολουθούσαν τα κηρύγματά του άπειρα πλήθη λαού. Δεν υπήρξεν αρετή ή κακία, αίρεση ή σχίσμα, ειδωλολατρική συνήθεια ή δεισιδαιμονία, αδικία ή κακή διαγωγή, έκλυτος βίος ή πολυτέλεια των πλουσίων, που να μην εχρησίμευσεν ως αντικείμενο των λόγων του σοφού και μελίρρυτου Ιεράρχη. Οι λόγοι του, χρησιμεύουν σαν βάση της θεολογικής επιστήμης και της Χριστιανικής διδασκαλίας, αναδείξαντες συγχρόνως τον Χρυσόστομον έναν από τους μεγαλυτέρους ρήτορας των αιώνων.
Βλέπουμε λοιπόν ότι και οι τρεις Ιεράρχες έκαναν πολλούς επιτυχείς αγώνας και έτσι εκκαθάρισαν τη Χριστιανική διδασκαλία από κάθε παρείσακτο δόγμα και επανέφεραν στην εκκλησία την ηρεμία, την ομόνοια που είχε κατά την εποχή των Αποστόλων. Βαθύτατα μορφωμένοι και οι τρεις σε ελληνικά πανεπιστήμια, εκαλλιέργησαν τα ελληνικά γράμματα, με τη συγγραφή πολλών και άριστων συγγραμμάτων. Συμβούλευαν τους νέους να μελετούν τους Έλληνας συγγραφείς. Για να εξηγεί κανείς καλύτερα την Αγία Γραφή, έλεγαν, πρέπει να μελετήσει τα αρχαία Ελληνικά συγγράμματα. Για όλους αυτούς τους λόγους δίκαια θεωρούνται και είναι προστάτες των γραμμάτων.
Οι Τρεις Ιεράρχες δεν υπήρξαν μόνο οι ασάλευτοι πύργοι της Εκκλησίας, αλλά και οι στυλοβάτες του έθνους. Αυτοί περισσότερο από κάθε άλλον, υποστήριξαν τον Ελληνισμό κατά τους χρόνους εκείνους κατά τους οποίους ανεμορφώνετο η βυζαντινή Ελληνική αυτοκρατορία στην Ανατολή. Γενικά η ψυχή τους ήταν μια κυψέλη ευσεβείας, αγάπης και ενάρετου βίου. Φορούσαν απλά ενδύματα κι έτρωγαν λιτή τροφή. Με τα εισοδήματα των εκκλησιών και τους εράνους που έκαναν, έκτισαν νοσοκομεία, άσυλα ανιάτων, γηροκομεία, ξενώνες, πτωχοκομεία και σχολεία. Ποτέ δεν έπαυσαν να παρηγορούν, να βοηθούν, να ανακουφίζουν και να ελεούν τους αρρώστους, τους πτωχούς, τους δυστυχισμένους. Ποτέ δεν κουράσθηκαν να διδάσκουν τους Χριστιανούς.
Η ζωή τους ήταν ένας διαρκής αγώνας κατά της αδικίας, του ψεύδους, της διαφθοράς. Αγαπητοί μου. Το παράδειγμα των υπέροχων τούτων ανδρών ας βρει και άλλους μιμητάς, και ας χρησιμεύσει σε εμάς ως φάρος που θα φωτίζει τα βήματα του βίου μας.
Αν και πέρασαν πάρα πολλά χρόνια από την εποχή τους, εν τούτοις η μνήμη τους διατηρείται ζωηρή  και θα διατηρείται αιώνια.
Η εκκλησία, το έθνος ολόκληρο και η Παιδεία, θα ευγνωμονούν πάντα τις τρεις αυτές ευγενικές ψυχές, τη θεία αυτή Τριάδα.
Αμήν.