Το κόκκινο φεγγάρι

Το κόκκινο φεγγάρι
κόκκινο φεγγάρι3.jpg
Είδα τα γέρικα καράβια στην Αμφιλοχία
στη σκοτεινιά να γνέφουν καληνύχτα·
σαν κοιμητήρι ελεφάντων, που κατά ’κει
κανείς δε θα τολμούσε να σιμώσει.

Μα εσύ τραγούδαγες σαν μούσα
τους γερασμένους ναυτικούς
στον τάφο, στον πόνο, στην κηδεία.

 Έβαλες στην πρύμνη
το κόκκινο φεγγάρι απ’ το Νυδρί
που με θαμπό το φως στα κύματα
ζωγράφιζε στίχους του Καββαδία.

Σε πρόσεχα και σε φιλούσα.
Γοργά ωσάν τον άνεμο
μου ’κρυψες τα δυο σου δάκρυα.

Η θάλασσα γέμισε την καρδιά σου,
για νά ’χεις συνεχώς τον ήχο της.

Στον ουρανό ούτ’ έν’ αστέρι φωτεινό·
πυγολαμπίδες των κυμάτων,
αντιφεγγίζαν μακρυά.

Κάτω στην πλαζ με τις κλειστές ομπρέλες
το κύμα έσπαζε…
Μια τρελοπαρέα σταμάτησε το φαγητό.

Έπαιζες το σιωπηλό παιχνίδι της φυγής,
με το κόκκινο φεγγάρι στο πρόσωπο.

Δεκαοχτώ χρονώ ήταν που σ’ ερωτεύτηκε·
όταν σε πρωταντίκρυσε
δεν ήσουν ομορφότερη από τώρα·
τα μάτια σου μ’ όλο το κύμα της θάλασσας.
πΝΜ